taking vitamin d by eating the sun

Βιταμίνη D

Τι είναι η Βιταμίνη D;

Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη η οποία σχηματίζεται στον οργανισμό κυρίως μέσω της απορρόφησης της ηλιακής υπεριώδους ακτινοβολίας από το δέρμα, αλλά και από ορισμένες τροφές πλούσιες σε βιταμίνη D.

Οι δύο μορφές (μεταβολίτες) της βιταμίνης D είναι η εργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) η οποία περιλαμβάνεται στις τροφές και η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) η οποία παράγεται στο δέρμα μέσω της έκθεσης του από την υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου.

Μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία δύο από τα σπουδαιότερα πανεπιστήμια του κόσμου, του Harvard και του UCLA της Καλιφόρνιας, συμπέρανε ότι η παρουσία της βιταμίνης D είναι απαραίτητη για να μπορούν τα κύτταρα να έχουν πρόσβαση στη «βιβλιοθήκη» του DNA. 

Φαίνεται λοιπόν, πως η βιταμίνη D είναι το κλειδί για την ενεργοποίηση των γονιδίων μας.

Η πιο γνωστή, μέχρι πρόσφατα, δράση της βιταμίνης D είναι η αύξηση της απορρόφησης του ασβεστίου και του φωσφόρου από το έντερο για τη διαμόρφωση και τη διατήρηση υγιών οστών καθώς και για την ενίσχυση της νευρομυϊκής λειτουργίας. Ακόμη όμως και εάν υπάρχει μια πλούσια διατροφή σε ασβέστιο, χωρίς ικανοποιητική βιταμίνη D το ασβέστιο δεν μπορεί να απορροφηθεί.

Από τον Απρίλιο του 2008, διακεκριμένοι καθηγητές Αμερικανικών Πανεπιστημίων, με ανοικτή επιστολή τους, καλούσαν την επιστημονική κοινότητα σε δράση για τη διάδοση της επίδρασης της βιταμίνης D, όχι μόνο για την οστεοπόρωση, αλλά και σε μια σειρά άλλων σοβαρών παθήσεων, όπως διαφόρων ειδών καρκίνου, διαβήτη, πολλαπλής σκλήρυνσης, ρευματοειδούς αρθρίτιδας, λοιμωδών νοσημάτων και άλλων ασθενειών.

Υπολογίζεται σήμερα ότι 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι 
έχουν ανεπάρκεια βιταμίνης D με εμφανής επιπτώσεις 
τόσο στην υγεία τους όσο και στην ποιότητα της ζωής τους.

Πηγές Βιταμίνης D

Ο ανθρώπινος οργανισμός μπορεί να συνθέσει το 90% της βιταμίνης D μέσω της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου και μόνο το 10% μέσω των τροφών. 
Με εξαίρεση τα λιπαρά ψάρια, το συκώτι και το αυγό, τα υπόλοιπα τρόφιμα περιέχουν ελάχιστη βιταμίνη D. Μερικές τροφές (γάλα, χυμός πορτοκαλιού, δημητριακά) μπορούν να ενισχυθούν με βιταμίνη D αλλά σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Σε πολλές βιομηχανικές χώρες εμπλουτίζονται με βιταμίνη D κάποια επιλεγμένα τρόφιμα.

ΠΡΟΤΙΜΗΣΤΕ

1. Σολωμό Ακόμη και μια κονσέρβα σολομού 85 περίπου γραμμαρίων περιέχει σχεδόν 650 IU’s, ποσότητα αρκετά μεγαλύτερη από αυτήν που χρειαζόμαστε ημερησίως. 85 γραμμάρια φρέσκου σολομού έχουν περίπου 450 IU’s.

2. Τόνο σε κονσέρβα 85 γραμμάρια τόνου σε κονσέρβα με νερό, περιέχουν 154 IU’s. Ο τόνος που συντηρείται σε λάδι περιέχει ακόμη περισσότερη βιταμίνη D.

3. Σαρδέλες Δύο από τα μικρά αυτά ψαράκια περιέχουν 46 IU’s. 

4. Κρόκοι αυγών Ένας μεγάλος κρόκος αυγού περιέχει 37 IU’s βιταμίνης D. Τα αυγά αποτελούν επίσης μια σημαντική πηγή πρωτεΐνης και ενώ περιέχουν διαιτητική χοληστερόλη, δεν έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιακών προβλημάτων.

6. Βοδινό συκώτι 85 γραμμάρια βοδινού συκωτιού περιέχουν 42 IU’s βιταμίνης D και αποτελεί και μια πολύ καλή πηγή σιδήρου.

7. Μανιτάρια

Τα επίπεδα της βιταμίνης D μπορούν να αυξηθούν όμως σημαντικά από την έκθεση στο ηλιακό φως. Θεωρητικά, η καθημερινή έκθεση στον ήλιο για μερικά λεπτά είναι σε θέση να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες του οργανισμού στη συγκεκριμένη βιταμίνη.
15-20 λεπτά έκθεσης στο ηλιακό φως από τις 10 πμ μέχρι τις 2 μμ, χωρίς αντηλιακό, 3 φορές την εβδομάδα είναι ικανό χρονικό διάστημα ώστε να παράσχει στον οργανισμό την απαιτούμενη ποσότητα βιταμίνης D. Το διάστημα αυτό ο οργανισμός μπορεί να παράξει 10.000 μέχρι με 20.000 μονάδες (IU) βιταμίνης D. Ωστόσο, ιδιαίτερα τον χειμώνα, πολλά άτομα δεν προσλαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D μέσω της ηλιακής ακτινοβολίας.

Το μεσογειακό παράδοξο 
Αφού, λοιπόν, η βιταμίνη D συντίθεται με τη βοήθεια του ήλιου, τότε εμείς οι Έλληνες που ζούμε σε μια ηλιόλουστη χώρα θα πρέπει να έχουμε όση βιταμίνη D χρειαζόμαστε. Ωστόσο, σύμφωνα με έρευνες, οι μεσογειακοί λαοί φαίνεται να έχουμε παραδόξως ανεπάρκεια ή τέλος πάντων όχι επαρκή ποσότητα βιταμίνης D στον οργανισμό μας.

Oι έρευνες που το αποδεικνύουν: 
• Μια ολλανδική έρευνα, που έγινε το 1995 και δημοσιεύτηκε στο «Lancet», έδειξε ότι οι Έλληνες, οι Ισπανοί και οι Ιταλοί που μετρήθηκαν είχαν πολύ λιγότερη βιταμίνη D σε σχέση με τους Νορβηγούς, τους Δανούς, τους Ελβετούς και τους Γάλλους που πήραν μέρος στην ίδια έρευνα. Oι Νορβηγοί και οι Δανοί είχαν περίπου 45 nmol/L, οι Γάλλοι και οι Ελβετοί είχαν περίπου 30 και οι μεσογειακοί λαοί κάτω από 20.

• Το 2001 έγινε μια ακόμα ολλανδική έρευνα -σε 7.500 γυναίκες από 50 έως 75 ετών (μετά την εμμηνόπαυση και με οστεοπόρωση), η οποία έδειξε ότι στη νότια Ευρώπη το 8% των γυναικών σε αυτή την ηλικία είχαν σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D (κάτω από 25 nmol/L), ενώ στη νοτιοανατολική Ασία -μια περιοχή με ανάλογη ηλιοφάνεια- το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου στο 2%.

Γιατί συμβαίνει αυτό;
Η ικανότητα επίσης, της παραγωγής βιταμίνης D από τον οργανισμό μειώνεται με τα χρόνια, με αποτέλεσμα η έλλειψή της να είναι κοινή στις μεγαλύτερες ηλικίες, με αποτέλεσμα άνθρωποι μετά τα 70 τους χρόνια παρουσιάζουν μείωση της ικανότητας παραγωγής της βιταμίνης D στο δέρμα κατά 30%

Τα αντηλιακά τα οποία είναι σημαντικά για την προστασία από τον καρκίνο του δέρματος, παρεμποδίζουν σημαντικά τον σχηματισμό της βιταμίνης D.
Άλλοι παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στον σχηματισμό βιταμίνης D από το δέρμα είναι, η μελανίνη του δέρματος η οποία δρα σαν φίλτρο κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας, η μόλυνση της ατμόσφαιρας και η τρύπα του όζοντος και περιοχές με γεωγραφικό πλάτος μεγαλύτερο από 35°.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Ορθοπεδικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Οστεοπόρωσης κ. Γιώργος Λυρίτης, «η έλλειψη βιταμίνης D στην Ελλάδα είναι συχνή, ειδικά στα παιδιά και στους υπερηλίκους. Οι βασικοί λόγοι του προβλήματος είναι δύο: 1) Το γεωγραφικό πλάτος της Ελλάδας (34°-41°) δεν επιτρέπει επαρκή υπεριώδη ακτινοβολία, ιδίως τους χειμερινούς μήνες. 2) Η κύρια πηγή λήψης λιπαρών τροφών στην χώρα μας, δηλαδή το ελαιόλαδο, δεν περιέχει βιταμίνη D

Ποιοί διατρέχουν κίνδυνο για έλλειψη Βιταμίνης D;

•Άτομα με περιορισμένη έκθεση στο φως του ήλιου.

•Υπερβολική χρήση αντηλιακών.

•Άτομα με σκουρόχρωμο δέρμα.

•Η αστικοποίηση και η τάση της εργασίας σε κλειστούς χώρους, καθώς και κάποιες συνήθειες ένδυσης σε ορισμένους λαούς.

•Βρέφη που θηλάζουν και παιδιά που βρίσκονται στην ανάπτυξη.

•Οι έγκυες γυναίκες και αυτές που θηλάζουν.

•Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, οι οποίες έχουν αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης.

•Άτομα μεγαλύτερα των 50 ετών, επειδή η ικανότητα σύνθεσης της βιταμίνης D μειώνεται με την ηλικία.

•Άτομα με παθήσεις δυσαπορρόφησης λίπους όπως κοιλιοκάκη, νόσος του Crohn, κυστική ίνωση και παγκρεατίτιδα.

•Άτομα με ηπατικές και νεφρικές παθήσεις ή ενζυμικές ανεπάρκειες.

•Άτομα που ζουν στο βόρειο ημισφαίριο (γεωγραφικό πλάτος μεγαλύτερο από 35°) ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

•Υποπαραθυρεοειδισμός

•Παχύσαρκα άτομα.

Πόση Βιταμίνη D χρειάζεται ο οργανισμός;

Σύμφωνα με διάφορες έρευνες οι ειδικοί προτείνουν τα πιο κάτω επίπεδα ως ενδεικτικά για: 

Έλλειψη: < 10 ng/ml
Ανεπάρκεια: 10-30 ng/ml
Επάρκεια: 30-100 ng/ml
Τοξικότητα: > 100 ng/mlΜετρήστε και βελτιώστε τα επίπεδα της Βιταμίνης D;

Η ακριβής εκτίμηση και αξιολόγηση των επιπέδων της βιταμίνης D στηρίζεται στη μέτρηση των επιπέδων της ΟΛΙΚΗΣ βιταμίνης D (25-OH Vitamin D).

Από το έντερο η βιταμίνη D οδεύει προς το ήπαρ, όπου υδροξυλιώνεται και μετατρέπεται σε 25-υδροξυβιταμίνη D (25-OH Vitamin D), που είναι το μόριο το οποίο μετράται και πάνω στο οποίο βασίζεται η σωστή εκτίμηση για τα επίπεδα της επάρκειας ή της ανεπάρκειας της βιταμίνης D στον οργανισμό.
Πολλές φορές γίνεται μέτρηση της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D (1,25-OH Vitamin D). Η εξέταση αυτή δεν αντανακλά το σύνολο της ολικής βιταμίνης D, επειδή είναι ένας πολύ ευμετάβλητος δείκτης και η τιμή της αυξομειώνεται με την πρόσληψη ασβεστίου. Επιπρόσθετα, όταν η τιμή της ΟΛΙΚΗΣ 25-υδροξυβιταμίνης D είναι χαμηλή, ο οργανισμός μας την αντισταθμίζει αυξάνοντας την ποσότητα της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D. Έτσι, μια αυξημένη τιμή της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση επάρκειας βιταμίνης D στον οργανισμό, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ανεπάρκεια.